ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟ (κείμενο της ΚΙΚΗΣ ΑΛΑΤΖΟΓΛΟΥ)
Γνώρισα
τον Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο στο Κέντρο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών στην
οδό Αναγνωστοπούλου 14 τη δεκαετία του ’80. Ερχόταν καθημερινά για να τελειώσουμε το Λεξικό των Προσωκρατικών που
είχε αρχίσει μερικά χρόνια πριν. Ερχόταν σαν συνεργάτης και όχι σαν
Ακαδημαϊκός. Άκουγε και συζητούσε, πρότεινε και αντιπρότεινε, στο τέλος μάλλον
επικρατούσε η γνώμη του, όχι από επιβολή αλλά από αβίαστη παραδοχή των γνώσεων
του γύρω από τον αρχαίο κόσμο, τη γλώσσα και τη γραμματεία του.
Στα
διαλείμματα της δουλειάς απολαμβάναμε την παρουσία και την ενεργό συμμετοχή του
σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, κυρίως της λεγόμενης πνευματικής. Απολαμβάναμε
τη ζωντάνια του, το πείσμα του για δημιουργία, τον εφηβικό ενθουσιασμό του για
θέματα που τον έκαιγαν, και πολλές φορές την αναπόληση της περιπέτειας μιας
ζωής που ξεκίνησε από τη χαμένη τώρα πια ανατολική όχθη του Αιγαίου για να
ριζώσει στη δυτική, μεταφέροντας τα πάθη και τη σοφία του Μικρασιατικού Ελληνισμού.
Ήταν
μορφή-σύμβολο ο Δεσποτόπουλος (Σμύρνη 8 Φεβρουαρίου 1913-Αθήνα 7 Φεβρουαρίου
2016). Μορφή-σύμβολο του Μικρασιάτη Έλληνα που από την Αρχαιότητα, από τον έκτο
π.Χ. αιώνα, επιβιώνει και μεγαλουργεί περιβαλλόμενος από αλλόφυλους, του
Μικρασιάτη Έλληνα που ήρθε στην κυρίως Ελλάδα το ’23 για να μας πλουτίσει με
τον πολιτισμό αιώνων, ο οποίος κυλούσε αθέλητα και αθόρυβα στις φλέβες του, ήρθε
για να μας μπολιάσει με το πνεύμα της Ιωνίας, τη μειλιχιότητα, την ευγένεια
αλλά και την ατσάλινη δύναμή του. Του Μικρασιάτη Έλληνα που ήρθε και δεν βρήκε
πάντοτε αδελφική υποδοχή - η αλήθεια να λέγεται - αλλά πρόκοψε και επιβλήθηκε χάρη στο εκτόπισμα της προσωπικότητάς του.
Έτσι ήρθε κι ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, με μόνο εφόδιο την ύπαρξή του όπως τόσοι άλλοι, που είτε έγιναν γνωστοί στο πανελλήνιο όπως
ο Βενέζης, ο Κόντογλου, ο Ιωακείμογλου, ο Στρατής Δούκας, είτε παρέμειναν
άγνωστοι, όπως ο πατέρας μου.
Δεν
θα σας κουράσω με δικά μου λόγια, θα αφήσω τον ίδιο να σας μιλήσει μέσα από τις
Αναπολήσεις* του, γιατί στα
τελευταία χρόνια της ζωής του εξέδωσε
ένα βιβλίο με τον τίτλο: Αναπολήσεις.
Είναι ένα μικρού σχήματος βιβλίο, τρίτομο, όπου η σειρά των τομιδίων που το
συναποτελούν Α,Β,Γ, ακολουθεί τα στάδια της ζωής του. Είναι γεμάτο από μνήμες
-και ξέρουμε, όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ -όπως έλεγαν παλιά- τη φοβερή μνήμη του Δεσποτόπουλου.
Στο
πρώτο τομίδιο θυμάται τα παιδικά του χρόνια στη Σμύρνη, την όμορφη, πλούσια,
ανέμελη Σμύρνη, τις γιορτές και τις απόκριες, τα οικογενειακά τραπέζια και τις
οικογενειακές εκδρομές. Θυμάται και περιγράφει τους γονείς του και τους
συγγενείς του, τη ζωή τους, και πως κυλούσε, κυριολεκτικά σαν ήρεμο ρυάκι, και
πώς ξαφνικά –ξαφνικά για τους περισσότερους- το ρυάκι φουρτούνιασε, τους
παρέσυρε και έπνιξε τους περισσότερους. Ανήκει στους λιγότερους, στους τυχερούς
που σώθηκαν. Περιγράφει πώς σώθηκαν ο ίδιος και η οικογένειά του: τα δίδυμα
σχεδόν δεκάχρονα αγόρια, η μικρότερη αδελφή, ένα βρέφος και οι γονείς. Σώθηκαν
φιλοξενούμενοι -από σπίτι σε σπίτι- σε συγγενείς και Ευρωπαίους γείτονες, σώθηκαν περιφερόμενοι στους δρόμους,
στην Προκυμαία, σε εγκαταλελειμμένα κτίρια…Σώθηκαν καταφεύγοντας ακόμα και στα
μνήματα του νεκροταφείου της Σμύρνης, όπου και διαβίωσαν τέσσερα ολόκληρα
μερόνυχτα! Οι περιγραφές του είναι απέριττες και ζωντανές καθώς αναδύονται από
παιδικά βιώματα και στήνουν μπροστά μας το μαύρο σκηνικό της Καταστροφής της
Σμύρνης.
Περιγράφει
τον έμπειρο και σοφό πατέρα του, την τρυφερή αλλά και δυναμική μητέρα του, που
έβρισκε τρόπους να προστατεύει τα παιδιά της, ακόμα κι όταν ο πατέρας έλειπε -είχε
μείνει πίσω αιχμάλωτος των Τούρκων- ενώ η ίδια με τα παιδιά βολόδερνε να
επιβιβαστεί σε κάποιο πλοίο και να αποβιβαστεί στη Μυτιλήνη, όπου κάποιος θα
βρισκόταν να τους περιθάλψει. Περιγράφει την εφευρετικότητα του πατέρα, που
μηχανεύεται διάφορα για να ξεγλιστρήσει από τους Τούρκους. Και τελικά τα
καταφέρνει, και η οικογένεια ξαναενώνεται στη Μυτιλήνη κι αρχίζει από εκεί την
περιπέτεια της προσφυγιάς. Μόνο που όταν πια έχουν αγκυροβολήσει στην Αθήνα το
βρέφος, εξαντλημένο από τις τόσες ταλαιπωρίες, αποκοιμιέται για πάντα. Και μένουν
τα τρία παιδιά με τους γονείς να παλεύουν για την Επιβίωση αλλά και την Προκοπή
–βασική επιδίωξη της μικρασιατικής προσφυγιάς. Και προκόβουν τα παιδιά, και
πρωτεύουν παντού, στο σχολείο, στον αθλητισμό, στα παιχνίδια της γειτονιάς, της προσφυγικής γειτονιάς με τα
ετοιμόρροπα παραπήγματα όπου στεγάζονταν δίπλα-δίπλα τα προσφυγόπουλα με τις
οικογένειές τους.
Στο
δεύτερο τομίδιο περιγράφει πώς βίωσε τον πόλεμο του 1940-41 -ήταν έφεδρος
αξιωματικός. Περιγράφει τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, την απελευθέρωση και
τα Δεκεμβριανά. Στο τρίτο τομίδιο περιγράφει τη ζωή και τις επιστημονικές
επιδόσεις του στην Αθήνα, τα βιβλία που εξέδωσε μέχρι την κήρυξη της
δικτατορίας της 21ης Απριλίου, οπότε και διέφυγε στη Γαλλία. Εκεί,
συνέχισε τη συγγραφική του δραστηριότητα, μάλιστα εξελέγη καθηγητής στο Παν/μιο
του Nancy II. Γυρίζοντας στην Αθήνα, μετά την πτώση της δικτατορίας, εξακολούθησε
τις δραστηριότητές του, να γράφει να δημοσιεύει, να παίρνει μέρος σε συνέδρια, ελληνικά
και διεθνή. Τέλος περιγράφει τα της εκλογής του ως καθηγητού Φιλοσοφίας του
Δικαίου στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή, καθώς και την εκλογή του ως τακτικού μέλους
της Ακαδημίας Αθηνών.
Όμως να μη σας πω περισσότερα και σας στερήσω την απόλαυση της ανάγνωσης
από το πρωτότυπο - θα είναι και ένα μνημόσυνο προς τιμήν του.
*Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου
ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ Α, Β, Γ
Εκδ. Παπαζήση Αθήνα 2005,2006, 2013 αντίστοιχα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου